Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ο τόπος μας (1945):

 10 Απριλίου 1941                                    

Κι αυτό θα περάσει

  


Γράφει ο Δημοσθένης Γεωργοβασίλης

 

Περίμεναν τα λιανόπαιδα στη γέφυρα του χωριού αγναντεύοντας κάτω στη στροφή της δημοσιάς, να ιδούν και να αναγνωρίσουν αν είναι ξένος ή συντοπίτης, ποιος φαντάρος πεζοπορεί εξαντλημένος γυρίζοντας από το μέτωπο. Το κέρδος τους, εκτός από τη μεγάλη χαρά, που ο άνθρωπος γυρίζει ζωντανός, θα ήταν κάποιο μικρό φιλοδώρημα των οικείων του στρατιώτη για τα συχαρίκια. Και ποδοπατούνταν στο τρέξιμο ξέπνοο το παιδομάνι για το ποιός να φτάσει πρώτος στο σπίτι της οικογένειας του στρατιώτη. Και το φιλοδώρημα εξαρτιόταν από το έχει της νοικοκυράς, συνήθως εκείνη την περίσταση, που είχε αρχίσει η πείνα να αποδεκατίζει τον πληθυσμό, κάτι δεκάρες ή λίγα καρύδια ή έστω ένα αυγό. Ήταν Απρίλης, λίγες μέρες πριν από την ταραγμένη Λαμπρή του 1941.

Ο Σπύρος του Μηλιοστράτου ήταν μακρυπόδαρος και αεράτος. Αυτός συνήθως έφτανε πρώτος. Τώρα εκείνος ο στρατιώτης, που ερχόταν από μακριά, φαινόταν αξύριστος και ολότελα αγνώριστος. «Ξένος είναι» είπε ο Χαράλαμπος της Χαρίκλειας, γειτονόπουλο, που το σπίτι του ήταν στο κέντρο του χωριού και γνώριζε όλους τους άνδρες. Ο Χρίστος όμως, ο αδερφός μου, που ήταν ανιψιός, γείτονας και συγγενής του στρατιώτη, τον αναγνώρισε από το περπάτημα και την κορμοστασιά. Σφίγγεται και φτάνει μέσα από ξέφραγους και φραγμένους κήπους, πηδώντας φράχτες και μάντρες και φωνάζει σχεδόν από εκατό μέτρα μακριά:

«Μπάρπα-Βασίλη, μπάρπα-Βασίλη, έρχεται ο θείος Λάμπρος!»

«Έρχεται; Ο Θεός είναι μεγάλος! Σώθηκε και τούτο το παιδί μου», είπε ο μπαρπα-Βασίλης και πέταξε στη αυλή ένα δίφραγκο για τον συχαριάρη.

Πλύθηκε, ξυρίστηκε, φόρεσε τα καλά του ο Λάμπρος την άλλη μέρα λίγο πριν από το γιόμα και έλαμψε πανέμορφος, όπως ήταν από παιδί, αλλά αδύνατος τώρα και φανερά καταπονημένος.

«Τώρα είναι η ώρα να το γιορτάσουμε, Μαρία», είπε στη γυναίκα του ο πατέρας. «Ρήνα, Αγγέλω», φώναξε τις θυγατέρες του. «Φουρνίσετε σήμερα πολλά ταψιά καθάριο φωμί, φτιάστε κοτόπιτα, τυρόπιτα κι ας είναι σαρακοστή, φωνάξτε και τον βλάχο να μάς φέρει τώρα το αρνί, που από τα λειβαδιάτικα μάς χρωστάει για τη Λαμπρή, και αργότερα αγοράζουμε άλλο για τότε. Αύριο θα καλέσουμε τους στενούς συγγενείς μας να το γιορτάσουμε. Ο πόλεμος μπορούσε να μάς στείλει κακά μαντάτα, όπως έστειλε και στην Μουταφορήνα για τον λεβέντη της το Χρίστο. Αλλά να, ο Θεός είναι μεγάλος. Και τα δύο μας παιδιά ήρθαν. Βέβαια ο τρανύτερος, ο Αντρέας μας, εδώ στο Μεσολόγγι την έβγαλε ως γραφιάς. Αλλά ο Λάμπρος, ευτυχώς που σαν σπουδαγμένο δεν τον έκαμαν αξιωματικό. Ξέρεις, οι περισσότεροι αξιωματικοί άφησαν τα κόκαλά τους στο χώμα της Αλβανίας. Εκείνος ο άτιμος συνταγματάρχης από τη Σταμνά, ο Κατσώτας, έφαγε πολλά παλικάρια από το σύνταγμα του νομού μας, μόνο για να πάρει γαλόνια. Αυτά μολόγαγε προψές βράδυ στο καφενείο του Καπέρδα ο Γάκιας του Σταμάτη, που γύρισε το πρωί. Ο Γάκιας είχε λαβωθεί δυο φορές. Και άμα τον ιδείς, έχει ένα σημάδι και στο μάγουλό του. Λένε πως έχει σφαίρα στο στήθος, που οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τού τη βγάλουν, γιατί είναι κοντά στην καρδιά και φοβούνται πως δε θα ζήσει πολύ».

Και η Βασίλαινα: «Τι μπαταλαλάς, γέροντα; Δώσε διάτες τί να κάμουν, για να γίνει αύριο το τραπέζι», είπε και καθώς είχε βάλει τα χέρια της στη μέση, όπως το συνήθιζε, για να φαίνεται αρχόντισσα, γύρισε στην πέτρινη σκάλα και πήγε να μπει στο διάδρομο του σπιτιού. Σκόνταψε όμως στο υψωμένο κάπως κατώφλι και σωριάστηκε στο πάτωμα.

«Σιομπόκλα, στραβωμάρα είχες;» χούιαξε οργισμένος ο μπαρπα-Βασίλης.

Σβέλτα και οι δύο θυγατέρες με το ζυμάρι στα χέρια τη σήκωσαν και την κουβάλησαν στο κρεβάτι. «Ησύχασε σήμερα εδώ, μάνα, για να είσαι φρέσκια αύριο, που θα έρθουν τα αδέρφια σου με τους δικούς τους».

Τα είδε ο γέροντας και πιο ήρεμος τώρα κοντοζύγωσε και είπε στη γριά του: «Ούτε να ιδείς, ούτε να περπατήσεις μπορείς. Τόσο ακαμάτα, πανάθεμά μου, πού σε βρήκα!». Όσο και να προσπαθούσε να είναι χαρούμενος ο γέροντας πατέρας, ήταν ολοφάνερος ο εκνευρισμός του.

Την άλλη μέρα, έτυχε Σάββατο του Λαζάρου. Ήρθαν οι συγγενείς, τα τέσσερα αδέρφια της γυναίκας του μπαρπα-Βασίλη, με τα παιδιά τους, καθώς και κάποιοι από το δικό του σόι. Στρώθηκε το μεσημεριανό τραπέζι στο σαλόνι. Έκατσαν πάνω από τριάντα άτομα. Κρασί κόκκινο και διαλεχτό είχε ακόμα στα βαρέλια του ο καλονοικοκύρης από τα αμπέλια του. Έφαγαν και ήπιαν μέχρι σκασμού οι συγγενείς, σα να ήταν νηστικοί από μέρες, ευχήθηκαν ζωή και καλή προκοπή στους γυρισμένους από τον πόλεμο και στους ανύπαντρους καλή τύχη. Και ο Διαμαντής, ο αδερφός της μάνας του Λάμπρου, ήθελε να μάθει κάτι από τις φάσεις του πολέμου.

«Για πες μας, Λαμπράκη: Είναι αλήθεια ότι νικούσατε τους Ιταλούς και πιάνατε αιχμαλώτους, ακόμα και μεγάλους αξιωματικούς;»

«Μπαρπα–Διαμαντή» είπε ο Λάμπρος, αυτά θα τα μάθετε καλύτερα σε λίγο, γιατί ξέρεις, εμείς τούς νικήσαμε τους Ιταλούς, αλλά τώρα, που έρχονται στη χώρα μας οι Γερμανοί, θα τούς φέρουν εδώ και μάλιστα ως νικητές. Εκεί να ιδείς!»

«Αι, τότε πες μας τί φοβερό έζησες στις μάχες και πώς γλίτωσες εσύ και δε σκοτώθηκες;»

«Έπαθα πολλά και μάλιστα φοβερά, όσο δεν μολογιέται, μπάρπα, αλλά τούτο, που δοκίμασα στην Πρέβεζα πριν από τέσσερις μέρες, θα με βασανίζει σ’ όλη μου τη ζωή».

Με τούτα τα λόγια όλοι σώπασαν, έπαψαν να ασχολούνται με το φαγοπότι, άλλωστε είχαν ξεκοκαλίσει ολόκληρο το αρνί και πέντε οκάδες γιδίσιο κρέας μαγειρευτό, και έστησαν αυτί.

«Μπορείς να μάς το μολοήσεις», είπε άλλος μπάρπας, ο Φακόλας.

Κι ο Λάμπρος άρχισε:

«Ήμουνα λοχίας του ιππικού. Μού είχαν δώσει ένα περήφανο άλογο, από εκείνα, που είχαν επιτάξει, μόλις άρχισε ο πόλεμος. Ήταν ψηλό και γυμνασμένο, φαίνεται σαν να το είχαν πριν σε ιππόδρομο. Το είχα βαφτίσει «Πύρρο», με το όνομα του αρχαίου θρυλικού βασιλιά της Ηπείρου. Ξενυχτούσα να βρω τροφή, γιατί από την πείνα όλο και μού αδυνάτιζε. Μοιραζόμουν μαζί του την κουραμάνα και τις γαλέτες, που μάς μοίραζαν για προσφάι. Όταν ορμούσαμε στη μάχη, ο ίλαρχός μας διέταζε τον σαλπιγκτή να σαλπίσει θριαμβικά. Γιατί τότε τα άλογά μας έβαναν όλες τις δυνάμεις τους και παίρναμε φαλάγγι τους φρατέλους. Το είχα αγαπήσει εκείνο το άλογο και, πιστέψτε με, ήθελα να το φέρω στο σπίτι μας σαν φίλο μπιστικό, σαν συμπολεμιστή μου, που μού έσωσε πολλές φορές τη ζωή. Αλλά που με έκαμε και δύο φορές ήρωα.

Αφού έπεσε το μέτωπο και ο στρατηγός Τσολάκογλου υπέγραψε την παράδοση της χώρας στους Γερμανούς, εμείς πετάξαμε τα όπλα και ο καθένας μόνος του, χωρίς τάξη, χωρίς αρχηγό, πατώντας ο ένας τον άλλον,πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Βιαζόμασταν να περπατήσουμε, να κατεβούμε νοτιότερα, πριν μάς προφτάσουν οι Γερμανοί έτσι ντυμένους στρατιωτικά. Εκεί να ιδείς κόσμος: νηστικοί, σχεδόν ξυπόλυτοι, σκελετωμένοι, ψειριασμένοι, λεριάρηδες, είχαμε πετάξει τις χλαίνες και τα σακίδια, γιατί μάς ήταν βάρος. Άλλωστε έμπαινε τοκαλοκαίρι. Περπατούσαμε νύχτα-μέρα χωρίς ανάπαυλα. Στο δρόμο δε βρίσκαμε άνθρωπο να μάς βοηθήσει. Όλοι είχαν μανταλωθεί στα σπίτια τους. Κάποιοι φαντάροι, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, γιατί τα πόδια τους είχαν ξεραθεί από τα κρυοπαγήματα, έπεφταν παράμερα και ικέτευαν άλλους, που φαίνονταν πιο ζωηροί. Αλλά η πείνα, η ψείρα, η θλίψη που από νικητές, σχεδόν θριαμβευτές, μας έκαναν να γυρίζουμε με σκυμμένο το κεφάλι, μας είχαν παραλύσει».

Και τώρα ο άλλος αδερφός της μάνας του, ο Σωτήρης, ρώτησε: «Και ποιο, Λαμπράκη, ήταν το πιο φοβερό, που δεν θα μπορέσεις να ξεχάσεις;»

«Μη, μπάρπα, μη με αναγκάζεις να φτάσω γρήγορα εκεί. Γιατί κι εσύ θα κλάψεις. Θα σού θυμίσει δικά σου βάσανα», είπε ο Λάμπρος. Και συνέχισε:

«Ήταν χαράματα, όταν μπήκα στην Πρέβεζα. Δεν ήμουνα καβάλα στο άλογο, γιατί από την πείνα και την εξάντληση το καϋμένο ίσα που περπατούσε. Όλα τα σπίτια κατάκλειστα. Και η Πρέβεζα, εκεί στο κέντρο είχε πολλά σπίτια βομβαρδισμένα. Την είχαν βουλιάζει την πόλη οι Ιταλοί από τις πρώτες κιόλας μέρες του Νοεμβρίου της περασμένης χρονιάς.

Φωνάζαμε: «Αι, νοικοκυραίοι, ξυπνάτε, ανοίξτε τα παράθυρα σας! φαντάροι είμαστε, ανοίξτε να μάς δώσετε κάτι να στεριωθούμε στα ποδάρια μας. Για σάς πολεμούσαμε!» Ούτε φωνή ούτε ακρόαση.

Πήρα τον κατήφορο προς την παραλία. Σκέφτηκα να απολύσω εκεί το άλογό μου και ο Θεός ας το προστατέψει. Άνοιξη είναι. Ίσως εκεί βρει λίγη χλόη και επιζήσει. Όσο για μένα: Αι, αν δεν μπορέσω να σταθώ, σκεπτόμουνα να κάμω κι εγώ εκεί αυτό που έκαμε στο 1928 ένας πολύ γλυκός νεαρός υπάλληλος της Εφορίας, ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Άκουσε η Ρήνα και ρώτησε:

«Τί έκαμε; μήπως παντρεύτηκε, γιατί λένε πως στη Πρέβεζα δίνουν μεγάλες προίκες».

Κούνησε το κεφάλι του ο Λάμπρος: «Όχι Ρήνα! Τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, αδερφούλα μου, με ένα πιστόλι. Αλλά εγώ δεν είχα καμιά σφαίρα στο πιστόλι μου. Το φορούσα στη ζώνη μου έτσι να με βλέπουν και να με φοβούνται.

Παραλία της Πρέβεζας

Άφησα το άλογο ελεύθερο και πήγα στη άκρη της θάλασσας. Ήταν ρηχή. Αν υπήρχε εδώ ένας απότομος βράχος και το βάθος του νερού ήταν μεγάλο, τί καλά, να βάλω τέρμα στη ζωή μου! Ήθελα να πεθάνω. Κοίταξα το άλογο για τελευταία φορά. Στεκόταν και με κοιτούσε όπως ο ετοιμοθάνατος βλέπει το γιατρό της σωτηρίας του. Όχι, καλύτερα να φύγω και να μη με βλέπει, για να έχει την ελπίδα ότι θα με ιδεί ξανά. Και κίνησα να ανηφορίσω, να βρω τη δημοσιά του γυρισμού. Βλέπω ένα καλυβάκι πιο πέρα στη άκρη του γιαλού. Ας πάω μέχρις εκεί, γιατί μού φάνηκε σα να είδα στον αέρα του λίγο καπνό. Ή μπας και είναι άχνη της θάλασσας; Το κύμα ήταν ελαφρό και σιγοτραγουδούσε, τί άλλο από τους καημούς μου. Βλέπω στο κατώφλι της ανοιχτής πορτούλας έναν άνθρωπο κουλουριασμένο, να έχει τους αγκώνες του στα γόνατα και με τα χέρια του να κρατάει το κεφάλι του.

Α, είπα, να κι ένας άνθρωπος. Σώθηκα!

Πλησίασα και τον χαιρέτησα. Εκείνος όχι μόνο δεν μού αποκρίθηκε, αλλά ούτε που με πρόσεξε. Επανέλαβα ξανά και ξανά. Καμία απόκριση. Σκέφτηκα: Ίσως να είναι μουγκός ή και παράλυτος, ή στο κάτω-κάτω και βλάκας. Και βάλθηκα να κάνω κινήσεις με τα χέρια μου για να τον κάμω να κουνηθεί. Δεν μπορούσα να σταθώ και έκατσα λίγα μέτρα πιο πέρα πάνω σε μια κοτρώνα. Ο ήλιος φάνηκε και τα καταγάλανα και κυματιστά νερά άρχισαν να λαμπυρίζουν. Ήρθαν στο νου μου τα λόγια του Διάκου: «Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάει...». Και ήμουνα έτοιμος να φωνάξω κι εγώ το χάρο σαν το γέροντα, που είχε αποκάμει και ήθελε να πεθάνει. Ο άνθρωπος της καλύβας κουνήθηκε, αργά-αργά, σηκώθηκε. Βλέπω έναν ψηλό, ψηλότερον από μένα, σχεδόν δυο μέρα, ξερακιανό, αξύριστο και πολύ θλιμμένο. Μπήκε στο καλύβι του, και γυρνώντας έφερε ένα παγούρι σαν εκείνα που είχαμε κι εμείς. – Ρήνα, πού έβαλες το παγούρι μου; Το έφερα, γιατί στο δρόμο διψούσα και έπρεπε να το έχω γεμάτογια πόρεψη».

«Καλά, καλά, θα ιδούμε μετά το παγούρι σου, Λαμπράκη μου, τώρα μη σταματάς», είπε η μάνα του.

«Μού το έδωσε και πιότερο με τα νοήματα παρά με τη γλώσσα είπε: ‘Μονάχα μια καταψιά!’

Το πήρα, το άνοιξα και ρούφηξα μια γουλιά, αλλά τόσο πολύ, που γέμισε η μπούκα μου. Το κατέβαζα λίγο-λίγο κι ένιωθα να ανοίγει το πλεμόνι μου και να μπαίνει στο κορμί μου ξανά η ζωή. Σε λίγο πόσο άλλαξε η διάθεσή μου!

Έδωσα πίσω το παγούρι και κάθισα τώρα πιο κοντά του σταυροπόδι πάνω στο χώμα.

«Ποιος είσαι και γιατί ζεις εδώ κάτω. Θαρρώ πως εδώ ξενύχτησες. Και είσαι μόνος. Έχεις συντροφιά εδώ στην έρημη ακρογιαλιά ή ζεις μονάχος σου; Δεν έχεις δικούς σου να σε συμμαζέψουν, να ζεις σε αναπαυτικό σπίτι με κρεβάτι, με νοικοκυρά, μαζί με άλλους ανθρώπους;» είπα.

Ο άνθρωπος αναστέναξε και ο αναστεναγμός του έμοιαζε σα να ξεφουσκώνει λάστιχο αυτοκινήτου. Έβγαλε από το σιωπηλό στήθος του ένα φυσητό δυνατό και παρατεταμένο.όεπιτέλους ήταν;

 

Ο άνθρωπος άλλαξε θέση. Γύρισε πλάγια σα να ήθελε να μού πει: Μπρος, δρόμο τώρα, άφησέ με ήσυχο εδώ στη μοναξιά μου.

Ένιωθα άβολα. Να φύγω χωρίς να λυθεί το μυστήριο; Ποιός είναι; Γιατί εκείνη η βαθιά σιωπή ήταν πολύ εύγλωττη. Κάτι πολύ σοβαρό θα έπρεπε να τού συμβαίνει. Καθώς βρισκόμουν σε αμηχανία, πήρε το μάτι μου πάνω από τη χαμηλή πόρτα της καλύβας του μια κακογραμμένη επιγραφή: «Καφενείο της υπομονής» και από κάτω: «Κι αυτό θα περάσει».

Φτιάχνεις και καφέ, μπάρπα, του είπα. Βλέπω πως εδώ το καλοκαίρι, σαν έρχονται άνθρωποι να κολυμπήσουν, τους κερνάς και καφέ. Μπορείς να κάμεις και για μένα έναν; Θα σε πληρώσω».

Γύρισε ξανά προς εμένα. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, σήκωσε τους ώμους του και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Κι αυτό θα περάσει».

Τί είναι αυτό που θα περάσει, μπάρπα, τον ρώτησα. Ξεροκατάπιε δυο τρεις φορές: «Δεν έχω σπίτι. Δεν έχω φαμελιά. Όλα τα σκότωσε ο πόλεμος».

« Πώς, τι έγινε;», ρώτησα. Ήμουν περίεργος να τον κάμω να μιλήσει.

«Εδώ πρέπει να ζω συντροφιά με τον αλάλητο καημό μου. Έντεκα ανθρώπους μου, ολόκληρη τη φαμελιά μου σκότωσαν οι βόμβες, που σκόρπισαν το σπίτι μου. Βλέπεις εκεί πάνω το νεκροταφείο; Εκεί σέρνομαι κάθε δειλινό να κουβεντιάσω για λίγο με τους έντεκα δικούς μου. Είναι όλοι μαζί αγκαλιασμένοι στον μεγάλο τάφο. Εκεί θέλω να τους ανταμώσω κι εγώ. Μέχρι τότε ποιός άλλος μένει να τους κλαίει;» Και με την ανάστροφη της παλάμης του σκούπισε τα δάκρυά του.

Αμέσως κατάλαβα πόσο δειλός ή ψυχικά άρρωστος ήταν ο ποιητής Καρυωτάκης, που αυτοκτόνησε και πόσο γελοίος θα ήμουνα κι εγώ, που σκεπτόμουνα ένα τέτοιο τέλος εκεί στον διαβόητο τόπο.

«Θάνατος ειν’ οι κάργιες που χτυπιούνται /στους τοίχους και στα κεραμίδια...» ψιθύρισα χωρίς να με ακούσει.

Ήθελα να τον κλείσω στην αγκαλιά μου εκείνο το θλιμμένο και όμως δυνατό άνθρωπο. Αλλά αμέσως ήρθαν στο νου μου οι άταφοι νεκροί, τα διαμελισμένα κορμιά, οι σακατεμένοι από τα όπλα και τα χιόνια, από την πείνα και τα κρυολογήματα, που αφήναμε στο χιόνι και τρέχαμε να γλιτώσουμε από τις σφαίρες των πολυβόλων και από τις βόμβες των αεροπλάνων. «Σαν νά 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ' οι καημοί του κόσμου».

Αι, αυτό το επεισόδιο, μπαρπα-Διαμαντή μού ράγισε την καρδιά. Είπες ότι ο Γάκιας ο Σταμάτης έχει σφαίρα κοντά στη καρδιά του. Εγώ όμως έχω ένα ασήκωτο σωρό ερείπια, που με ψυχοπλακώνουν και δεν θα με αφήσουν να χαρώ τίποτε στη ζωή μου. Θα πεθάνω μονάχος και έρημος, παρόμοια σαν το άνθρωπο της Πρέβεζας, που δεν μού είπε το όνομά του, όσο κι αν τού το ζητούσα. Και καλά έκαμε. Προς τί άλλωστε;».

«Σε καλό σου», είπαν όλοι με μια φωνή. «Είσαι μια χαρά. Νέος επιστήμονας, που σε λίγο θα ανακουφίσεις τα βάσανα πολλών ανθρώπων».

«’Των ανθρώπων’, είπες; ναι». Και θυμήθηκα ξανά το στίχο, που είναι γραμμένος στη πλάκα του τάφου του Παπαδιαμάντη. Τον επανέλαβα τώρα να τον ακούσουν και οι άλλοι:

«Σαν νά 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ' οι καημοί του κόσμου». Υπομονή όμως, τώρα που θα έρθουν τα χειρότερα. Να μη σκύψουμε το κεφάλι, να αντισταθούμε. Ό,τι και να μας βρει θα περάσει είτε μαζί μας είτε και χωρίς εμάς».