Ο
ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
ΜΑΡΙΑΣ Ι.
ΤΣΑΜΠΑΖΗ, φιλολόγου Καθηγήτριας
ΔΥΣΚΟΛΟ νά άναλύση κανείς τήν θέση του Kωστή Παλαμά απέναντι σ'
ένα συγκεκριμένο θέμα. Κι αυτό, γιατί ό ’ίδιος ο ποιητής πάλεψε πάντοτε
καί μέσα του καί στο έργο του μέ αντιφάσεις καί βαθειές αντινομίες,
γεννημένες καί ταυτισμένες μέ τό Έγώ του. Πως νά καθορίσης τις απόψεις
του για πράγματα, πού τη μια λατρεύει σέ βωμό υπερούσιο καί τήν
άλλη τά χλευάζει;
Μέσα στο ίδιο έργο ένας ΙΙαλαμάς ιδεαλιστής καί
υλιστής, πατριδολάτρης καί αρνητής, ευσεβής καί αντίθεος, συντηρητικός
καί επαναστάτης. Συγκλονιστικός ό στίχος του ένώνει τήν δύναμη τοΰ
στοχαστή καί το πάθος τοΰ καλλιτέχνη, τήν φόρμα καί τήν ουσία
αριστοτεχνικά.
Δύσκολο νά μιλήσης για κάτι ξεχωριστά, δυσκολώτερο νά μιλήσης γιά
όλα. "Ο,τι χωράει ο νους καί όσα, περισσότερα, ή καρδιά, όλα τά άγγιξε
καί όλα τά τραγούδησε. Άπό τήν άποψη αυτή ήταν καί εθνικός ποιητής,
κοντά στό ότι ήταν μεγάλος. Καί οί δυό όροι έχουν χρησιμοποιηθή καί γιά
τήν άλλη κορυφή τής ελληνικής ποιήσεως, γιά τον Σολωμό. Τό «εθνικό» τοΰ
Παλαμα κλείνει πολύ περισσότερα στοιχεία. ’Έκλεισε μέσα στό στίχο του
όλα όσα είναι Ελλάδα. Τό χθές, τό σήμερα, τό αύριο. Τό μέτρο τοΰ
κλασσικοΰ, τό Βυζάντιο, τήν ’Ιωνία, τον σπαραγμό τής άλώσεως, τά χαμένα
όνειρα, τις καινούργιες ελπίδες. Δόξασε, σάρκασε, έκλαψε καί προφητικά
μίλησε γιά τά μελλούμενα.
Παντοΰ μέσα του καί στο στίχο του υπάρχει ο "Ελληνας καί ο
άνθρωπος, ο κόσμος καί ή Ελλάδα. Κρυφή του πληγή ο Ελληνισμός, ή πορεία
του, ή μοίρα του. «Μιά ποίηση σπουδαία δέν μπορεί παρά νά είναι εθνική
καί ανθρώπινη μαζί. Έργο, πού δέν σφραγίζεται μέ τά δυό αυτά γνωρίσματα,
δέν τό νοιώθω καί δέν αντέχει στο πέρασμα τοΰ καιροΰ», έξωμολογήθηκε ο
ίδιος σε μιά του συνέντευξη το 1930.
Δέν μπορούμε νά αρνηθούμε στον ποιητή, ότι ποίησή του είναι
σπουδαία, επομένως καί εθνική. Μια τέτοια ποίηση δέν θα μπορούσε ποτέ νά
προσπέραση το μαρτυρικό κεφάλαιο τής ιστορίας μας, πού μάς δένει μέ μια
δουλεία 400 χρόνων καί συνάμα μέ απίστευτες θυσίες ανθρώπων, πού μάς
λύτρωσαν. Ό χώρος αυτός στάθηκε πάντοτε για τόν ποιητή ένας χώρος άγιος.
Στούς κλέφτες καί στούς αρματολούς δέν είδε απλούς αγωνιστές τής
έλευθερίας, άλλα πρόσωπα, πού βγήκαν από τόν κόσμο τοϋ μύθου, πλάσματα
υπερβατικά, καμωμένα από κάποια ύλη πρωτόπλαστη.
Σέ ώρες, πού δέν τόν είχε στά φτερά της ή μούσα, αλλά ήταν
αγκυροβολημένος στο λιμάνι τής σκέψης, εκφράστηκε γι’ αυτούς μέ
λόγια, πού κρύβουν μοναδική ποίηση: «Ό Μπότσαρης καί ο Κανάρης δέν είναι
πρόσωπα, είναι σύμβολα. Ό Μύθος ερωτεύτηκε τήν 'Ιστορία καί γεννήθηκαν.
Λιγώτερο πραγματικά, στέκουν γιά τούτο σιμώτερα
στην
αλήθεια», γράφει τόν Μάρτιο τού 1939 σέ γνωστό περιοδικό τής εποχής. Στά
πρόσωπά τους είδε τήν ζωντανή μέ σάρκα παρουσία, λευτεριά, όπως αυτός
τήν έλάτρεψε καί μέσα άπ’ αυτούς πίστεψε στήν αλήθεια τού Ελληνισμού.
Πόση περηφάνεια έκρυβε μέσα του γιά τόν γέρο τού Μόριά, πόσο άκριβός τού
ήταν καί πόσο δέν ήθελε μέ τίποτε καί μέ κανένα νά τόν συγκρίνη: «Ό
Κολοκοτρώνης, πάντα καβαλλάρης, ανάμεσα στούς άλλους πεζούς, φτάνει
εκείνος μόνο νά πιστέψω, πώς είναι αθάνατη ή Ελληνική ψυχή», γράφει σέ
άρθρο του. Καί σέ μάς φτάνουν τά λόγια του αυτά μόνον, γιά νά πιστέψωμε,
πόσο κοντά ήταν αυτός στήν λαϊκή ψυχή, πού τραγούδησε: «Καβάλλα παν στήν
έκκλησιά, καβάλλα προσκυνάνε».
Μέσα στο τεράστιο, ποσοτικά καί ποιοτικά, έργο του, θά βρούμε
παντού σκόρπιους στίχους, πού μιλούν γι’ αυτούς τούς ήμίθεους τού
Γένους. Καί τούς βρίσκομε μπροστά μας, όταν κάνη μνημόσυνο στον
Καποδίστρια καί όταν ύμνή τόν Βαλαωρίτη. Θρησκεία, ονομάζει ο ίδιος,
αυτό, πού ένοιωθε γιά τόν ποιητή τού ’Αστραπόγιαννου. Δέν μπορεί, όμως,
ν’ άγαπήση τον ποιητή, άν δέν άγαπήση τούς στίχους του καί ούτε αυτούς,
οποίας ομορφιάς καί άν είναι, άν δέν τού μιλούν γι’ αυτά, πού τόν
συγκινούν. ΙΙοιός θά σκύψη, όμως, στον Βαλαωρίτη, άν δέν διψάη γιά τόν
κόσμο τής θυσίας καί τής λευτεριάς;
«Λαμπέτης καί Άστραπόγιαννος, οί
δυο τής Μούσας μιά κορώνα
τού κλέφτη τού αδάμαστου
μιάς θείας θυσίας μαρτυρικής ή εικόνα...».
Άναπλάθει τις τραγικές φυσιογνωμίες τού ’Αστραπόγιαννου καί
τού
συντρόφου ό ποιητής σέ ποίημα αφιερωμένο στον Βαλαωρίτη.
Αυτός, ο κλέφτης, ό αδούλωτος πού μας δονεί μέσα από τούς
γνωστούς σ’ αυτόν αφιερωμένους στίχους, αιχμαλώτισε τον Παλαμά. ’Άλλος
είχε κάμει τον ύμνο της λεβεντιάς του, τό μοιρολόγι τού θανάτου του. Της
κόρης του, θά τόν άναλάβη ο ποιητής, θά στήση, μέ στίχους, τον παράδεισο
τής λεβεντιάς καί εκεί τιμητικά καί σέ ακριβά φυλαγμένη γιά τόν καθένα
θέση, θά βάλη τόν γέρο κλέφτη καί κοντά σ’ αυτόν όλη την κλεφτουριά. Θά
μιλήση γιά τόν πατέρα πού
«τής λεβεντιάς
τόν κράτησε ό παράδεισος
μέ τά πρωτοπαλλήκαρα αγγελούδια
καί τούς αρματολούς δικαίων τάγματα
καί μέ ψαλμούς τά κλέφτικα τραγούδια».
Ποιος άλλος κόσμος εξωγήινος θά ταίριαζε στις ψυχές, πού
έδωσαν νόημα στην θυσία; 'Ένας παράδεισος ήρώων, φτιαγμένος από τόν
ποιητή γιά τούς αθανάτους.
’Άλλοτε πάλι θά μιλήση γι’ αυτούς μέ τό στόμα τών ελληνικών
βουνών. Ό ποιητής τά αγάπησε, τά είδε τόπους λευτεριάς, κατοικίες θεών,
στοιχειών, ήρώων. Δέν τούς πάει νά τά ονομάσουμε άψυχα’ θά πικραινόταν ή
ψυχή του. Στον Πέμπτο Λόγο τής «Φλογέρας τοϋ Βασιλιά» ο Παρνασσός θά
κουβεντιάση μέ τούς κλέφτες:
«Κι
ήλθαμε καί σέ σένανε, παππού,
κι’ εδώ νά άνάψη μέ τοϋ πολέμου την βροντή
η φωτιά μας, τής ιδέας εμείς πλάστες μέ τ’ άρματα».
Πολύ πάλεψε σέ δλη του την ζωή ο ποιητής μέ τήν ’Ιδέα. Μέ τις
ιδέες καί τήν ’Ιδέα. Τήν αναζήτησε, πάσχισε νά τής δώση μορφή καί
περιεχόμενο, τόν βασάνισε. Τήν έφτιαξε μέ τό άμόνι τοϋ γύφτου, τήν
γύρεψε στά χαλάσματα τών περασμένων, τήν ζωντάνεψε μέ τόν στίχο του, τήν
έφτιαξε καί μέ τά άρματα τοϋ κλέφτη. Πλάστης της καί ο γύφτος, πλάστης
της καί ο Ακρίτας, πλάστης της καί ο κλέφτης. Πατριδολάτρης ο Παλαμάς. Η
πληγή του γιά τήν Ελλάδα πάντοτε ανοικτή, αίμορραγεΐ καί τό αίμα γίνεται
πίκρα σέ κάποιες ώρες, πού λύκοι τήν απειλούν. Θά σαρκάση, θά φανή
βέβηλος τις ώρες πού ή πίκρα του ξεχειλίζει:
«Τραγουδημένη
κλεφτουριά, Γένος, αρματολίκι,
τά ξεγραμμένα καί τά τριμμένα, ψέματα, αχνοί......
Τον ξολοθρεμό αυτών, πού καπηλεύτηκαν τά ιερά καί τά όσια του
έθνους ζητάει στούς Λύκους. Μοιάζουν οί στίχοι του σαν φραγγέλιο, πού
αλύπητα χτυπά τούς εμπόρους της Πατρίδας. Στά Σατιρικά του γυμνάσματα θά
συναντήσωμε κάποιους στίχους πικρούς, μέσα από τούς οποίους διακρίνει
κανείς την απελπισμένη κίνηση τοϋ ανθρώπου, πού δέν μπορεί νά γιατρέψη
μιά πληγή καί τήν ματώνει. Καί ποιά πληγή θά μπορούσε νά είναι βαθύτερη
από αυτή πού τοϋ άνοιγε ή πικρή Ρωμιοσύνη;
"Οπως όλα τά αντίθετα
συνυπάρχουν μέσα στήν ψυχή του, έτσι καί ή άπαγοήτευση είναι πολύ κοντά
στήν ελπίδα. Πίστεψε στήν Ελλάδα καί στόν λαό της. Πίστεψε στό Είκοσιένα
καί λάτρεψε τούς δημιουργούς του. Ποτέ λογοκόπος καί πομπώδης.
Στοχαστικά τά λόγια του στήν πανηγυρική του ομιλία γιά τήν επέτειο τής
25ης Μαρτίου τό 1911. Στρέφει τήν σκέψη του στούς εθνικούς ήρωες, χωρίς
νά προκαλή φτηνές συγκινήσεις τής στιγμής:
Δύσκολο νά μιλήσης για κάτι ξεχωριστά, δυσκολώτερο νά μιλήσης γιά ολα.
"Ο,τι χωράει ο νους καί όσα, περισσότερα, ή καρδιά, όλα τά άγγιξε καί
όλα τά τραγούδησε. Άπό τήν άποψη αυτή ήταν καί εθνικός ποιητής, κοντά
στό ότι ήταν μεγάλος. Καί οί δυό όροι έχουν χρησιμοποιηθή καί γιά τήν
άλλη κορυφή τής ελληνικής ποιήσεως, γιά τον Σολωμό. Τό «εθνικό» τοΰ
Παλαμα κλείνει πολύ περισσότερα στοιχεία. ’Έκλεισε μέσα στό στίχο του
όλα όσα είναι Ελλάδα. Τό χθές, τό σήμερα, τό αύριο. Τό μέτρο τοΰ
κλασσικοΰ, τό Βυζάντιο, τήν ’Ιωνία, τον σπαραγμό τής άλώσεως, τά χαμένα
όνειρα, τις καινούργιες ελπίδες. Δόξασε, σάρκασε, έκλαψε καί προφητικά
μίλησε γιά τά μελλούμενα.
«Ξαναγυρίζει ή σκέψις μου στις τρεις κορυφές, τούς
πρωθιεράρχες στήν λειτουργία τοϋ εθνικού ηρωισμού. Κολοκοτρώνης,
Μιαούλης, Καραϊσκάκης. Γιατί οί μεγάλοι όσο ψηλότερα στέκονται, δέν
είναι γιά νά τούς λιβανίζη κανείς μονάχα. Νά τούς πιστεύουμε, αλλά καί
νά τούς μελετάμε».
Σωστός ό λόγος τοϋ ποιητή καί άξιος νά προσεχθή από τούς καινούργιους
"Ελληνες.
Ηταν φορές, πού οί νεώτεροι παρασύρθηκαν σέ μιά στείρα λατρεία των
προγόνων. Δέν το δέχτηκε ποτέ αυτό ό Παλαμάς, πού κανείς δέν μπορεί νά
τοϋ άρνηθή, ότι δέν άγάπησε τήν Ελλάδα. Τήν αγάπησε καί τήν μελέτησε,
γιατί πίστεψε πώς μόνο έτσι γίνεται δημιουργός ο διάλογος τοϋ
παρελθόντος μέ τό σήμερα καί τό αύριο.
Οσες φορές χρειάστηκε τό άνάστησε τό παρελθόν τό ύψωσε μπροστά στά μάτια
μας, φωτεινό, δοξασμένο σύμβολο. Σέ ώρες δυστυχισμένες γιά τήν πατρίδα
σάλπισε σέ όλη τήν Ελλάδα τό προσκλητήριο τοϋ καινούργιου αγώνα:
«Αυτό τό λόγο θά σάς πώ δέν έχω άλλο κανένα.
Μεθύστε μέ τό άθάνατο κρασί τοϋ Είκοσιένα»..
--------------------------------------
Πηγή: "Νεκύσια" σελ 228